Make your own free website on Tripod.com

Η ΑΓΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

 

 

Ιερατείο και επιστημονική κοινότητα

 

Από το Μεσαίωνα, την εποχή του credo ut intelligam («πιστεύω ώστε να κατανοήσω») του Αγίου Αυγουστίνου, μέχρι σήμερα, τον αιώνα της απροσδιοριστίας και της σχετικότητας, άφθονο μελάνι έχει χυθεί πάνω στο θέμα της σχέσης επιστήμης και θρησκείας. Οι προτεινόμενες συμβιβαστικές λύσεις της εποχής μας μπορούν να συνοψιστούν σε δύο: α) στο ότι η επιστήμη και η θρησκεία λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους και β) λειτουργούν ανεξάρτητα η μια από την άλλη, με διαφορετικούς τρόπους, αρχές και σκοπούς (οπότε δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ τους).

 

Ωστόσο, κοιτώντας κανείς σε βάθος (ιστορικά και αναλυτικά) τους δύο χώρους, έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά γεγονότων που ανατρέπουν, ή τουλάχιστον θέτουν υπό αμφισβήτηση, τις παραπάνω απόψεις. Αναδιφώντας στην ιστορία της επιστήμης, της εκκλησίας και της σχέσης μεταξύ τους, ο μελετητής συναντά παραδείγματα όπως αυτό του Giordano Bruno, του Copernicus, του Darwin και, πιο γνωστό ίσως από όλα, του Galileo Galilei – παραδείγματα που αποτελούν ισχυρότατες ενδείξεις ότι η επιστημονική κοινότητα και η εκκλησία μοιράζονται συχνά κοινές μεθόδους επιβολής των αρχών και των δογμάτων τους. Αν αναγάγουμε τη σχέση «επιστήμης-θρησκείας» σε σχέση «επιστημονικής κοινότητας-εκκλησίας», οι δύο απόψεις που προαναφέραμε θα μπορούσαν να ανασκευαστούν ως εξής: α) οι επιστήμονες και εκκλησία λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους και β) λειτουργούν με τρόπους και με στόχους λίγο πολύ κοινούς.

 

Στις απαρχές της, η επιστημονική κοινότητα μοιάζει να είναι συγκροτημένη ως «κάστα» ή «αδελφότητα». Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ως ένα είδος ιερατείου, τα μέλη του οποίου ζουν και εργάζονται σύμφωνα με εσωτερικούς κανόνες που απαιτούν αυστηρή πειθαρχία στα δόγματα. Τα δόγματα αυτά, που αποτελούν την παρακαταθήκη του ιδρυτή της αδελφότητας, είναι περισσότερο φιλοσοφικά παρά επιστημονικά. Έλλειψη πειθαρχίας στα δόγματα σημαίνει έξωση από την αδελφότητα, αλλά και ακόμη σκληρότερα μέτρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δολοφονία του Ίππασου στην αδελφότητα των πυθαγορείων. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ίδιος ο Πυθαγόρας έπνιξε στη θάλασσα το μαθητή του Ίππασο, όταν ο τελευταίος, πειραματιζόμενος με τη κλασματική μορφή των ρητών αριθμών, ανακάλυψε την ύπαρξη των άρρητων.

 

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το Μεσαίωνα, και κυρίως από την εποχή που ο χριστιανισμός κυριάρχησε ως επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους, η χριστιανική εκκλησία εγκολπώθηκε μεγάλο μέρος της ελληνικής επιστήμης. Ο Αριστοτέλης και ο Πτολεμαίος περιβλήθηκαν με τέτοιο σεβασμό, από τη ρωμαιοκαθολική κυρίως Εκκλησία, ώστε για περισσότερους από δεκαπέντε αιώνες καμιά πρόοδος δεν σημειώθηκε στους τομείς που αυτοί οι δύο μεσουρανούσαν: τη φυσική και την αστρονομία. Η διδασκαλία του Bruno το 15ο αιώνα για την ύπαρξη πολλαπλών κόσμων τον οδήγησε στην πυρά, ενώ ο Copernicus είδε την ηλιοκεντρική θεωρία του να καταρρέει, από την αδυναμία της να συμμορφωθεί προς την αριστοτελική φυσική. Η ηλιοκεντρική θεωρία, υπόθεση που ανάγεται στον Φιλόλαο τον πυθαγόρειο και στον Αρίσταρχο το Σάμιο, δεν ευσταθούσε ούτε με τις Γραφές – αρκετός λόγος για να θεωρηθεί αιρετική. Όμως η Εκκλησία δεν πήρε θέση απέναντι στον Copernicus. Η επιστημονική κοινότητα ήταν εκείνη που τον «αποστόμωσε» για λογαριασμό της ίδιας της της ύπαρξης και σε βάρος, όπως αποδείχθηκε, της αξιοπιστίας της. Η Εκκλησία ήταν ο κύριος διαχειριστής της γνώσης και του πλούτου στο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, και εφόσον αυτή δεχόταν τον Αριστοτέλη, οι επιστήμονες της εποχής είχαν κάθε λόγο να τον λατρεύουν – και συνεπώς να κρίνουν ως «επιστημονικά» απαράδεκτο ότι δεν απηχούσε τις απόψεις του.

 

Ιερά Εξέταση και Ορθόδοξη Επιστήμη

 

Ο Galileo μεθόδευσε την υπεράσπιση της κοπερνίκειας (ηλιοκεντρικής) θεωρίας επιδεικνύοντας στρατηγική και διπλωματική ευφυΐα. Αφήνοντας αρχικά κατά μέρος τον ηλιοκεντρισμό, προσπάθησε να ανατρέψει την αριστοτελική φυσική και το πτολεμαϊκό σύστημα φέρνοντάς τα σε πλήρη αντίθεση με τα δεδομένα της εμπειρίας. Με πειράματα και παρατηρήσεις προσπάθησε να πείσει την επιστημονική κοινότητα της εποχής του ότι το αριστοτελικό και πτολεμαϊκό σύστημα δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν πολλά από τα φαινόμενα που είχαν παρατηρηθεί από την εποχή του Πτολεμαίου και μετά. Η Παπική εκκλησία δεν πήρε θέση στη διαμάχη που ξέσπασε. Όταν όμως οι doctores et professores της Πίζας είδαν ότι έπεφτε στο κενό κάθε προσπάθεια να υπερασπιστούν με επιστημονικά επιχειρήματα το επάγγελμά τους, κατέφυγαν στην εξουσία της Εκκλησίας για να τους απαλλάξει από τον Galileo. Τον κατηγόρησαν οι ίδιοι ως αιρετικό στις εκκλησιαστικές αρχές και στον καρδινάλιο Bellarmino, κύριο υπεύθυνο της θανατικής καταδίκης του Giordano Bruno και μετέπειτα Άγιο της Παπικής εκκλησίας.

 

Όμως, ενώ η Παπική εκκλησία έρχεται τώρα πλέον να αναγνωρίσει, διά στόματος του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ, την αδικία και τη σφαλερότητα της καταδίκης του Γαλιλαίου, παρόμοια ομολογία δεν έχει υπάρξει ποτέ εκ μέρους της επιστημονικής κοινότητας, που παρασκηνιακά καθοδηγούσε τότε την Παπική εκκλησία. Βεβαίως η εκκλησία δεν καταδίκασε ανοιχτά τη στάση του Bellarmino, ωστόσο επικεντρώθηκε στο ρόλο του Bellarmino σε ό,τι αφορά την καταδίκη του Galileo, και όχι στο σύνολο της εκκλησίας – πολύ περισσότερο στα δόγματά της. Η επιστημονική κοινότητα όμως δεν έδειξε να βρίσκεται ποτέ στην ανάγκη να επωμίσει ευθύνες στους professores της Πίζας. Ο λόγος είναι προφανής: αφ’ ενός, οι επιστήμονες όχι μόνο δέχονται ότι οι προγενέστεροί τους σφάλλουν, αλλά το θεωρούν και απολύτως φυσιολογικό, μέσα στα πλαίσια της έννοιας της επιστημονικής προόδου. Αφ’ ετέρου, οι πρακτικές που υιοθέτησαν οι συνάδελφοι του Γαλιλαίου δεν ενδιαφέρουν την επιστήμη – πολύ δε περισσότερο, δεν την θίγουν, αφού οι πρακτικές αυτές δεν αποτελούν «επιστήμη». Ο φθόνος, η απάτη, η εσκεμμένη μίξη θεολογίας και επιστήμης είναι αντικείμενα που ίσως αφορούν την φιλοσοφία της επιστήμης, σε καμιά περίπτωση όμως δεν αφορούν την επιστήμη καθεαυτή.

 

Ένας τρίτος λόγος, ωστόσο, για τον οποίο οι επιστήμονες δεν βρέθηκαν στην ανάγκη να «ζητήσουν συγγνώμη» από το Γαλιλαίο, αντίθετα απ’ ό,τι έπραξε η Παπική εκκλησία, είναι το γεγονός ότι η Παπική εκκλησία έχει απολέσει προ πολλού, μαζί με την κοσμική της εξουσία, και την πρωτοκαθεδρία στην διαμόρφωση των αντιλήψεων που αφορούν σε επιστημονικά ζητήματα. Ο βαθμιαίος εξοστρακισμός της Παπικής εκκλησίας από το χώρο της περιγραφής και ερμηνείας του κόσμου, δεν δημιούργησε καμιά χηρεία στη θέση που άλλοτε καταλάμβανε η εκκλησία – η εκκλησία υποχωρούσε και η επιστήμη καταλάμβανε το έδαφος.

 

Πάντως αυτός ο παραμερισμός της Εκκλησίας δεν αποτελεί νίκη της γνώσης απέναντι στον εκκλησιαστικό σκοταδισμό – απεναντίας, προσιδιάζει περισσότερο σε ανταγωνισμό μεταξύ δύο θεωρητικών δομών, με διαφορετικές μεν αφετηρίες, αλλά με παρόμοια φιλοσοφία και τρόπο δράσης. Αν εξετάσει κανείς τη δράση των ομάδων ανεξάρτητα από το θεωρητικό τους υπόβαθρο, θα διαπιστώσει ότι τα ανθρώπινα στοιχεία που κυριαρχούν και στις δύο ομάδες είναι τα στοιχεία εκείνα για τα οποία η ανθρωπότητα δεν έχει κανένα λόγο να υπερηφανεύεται. Η μισαλλοδοξία, η πολιτική σκοπιμότητα, ο φθόνος και το προσωπικό συμφέρον «υπηρετούν» την επιστήμη το ίδιο πιστά με άλλα, λιγότερο ύποπτα, μέσα, όπως λ.χ. οι τριγωνομετρικοί πίνακες ή το φασματοσκόπιο.

 

Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη...

Μπροστά σε μια «κακοποιημένη» επιστημονική θεωρία, τραυματισμένη από τις επιθέσεις του επιστημονικού κατεστημένου, κάθε επιστήμονας είθισται να επιδεικνύει μια στάση «λευιτική». Δεν υπάρχει «καλός Σαμαρείτης» για μια θεωρία που δεν συμβαδίζει με το δόγμα της «ορθόδοξης» επιστήμης – δεν υπάρχει τουλάχιστον μέσα στους κόλπους της επιστήμης αυτής. Οι «επιστήμονες-Λευίτες» αντιλαμβάνονται τη σκοπιμότητα του αναθεματισμού μιας τέτοιας θεωρίας, ακόμη περισσότερο τη δικαιολογούν, καθώς ο αναθεματισμός γίνεται στο όνομα της επιστήμης την οποία εκείνοι υπηρετούν και η οποία, σε τελική ανάλυση, τους συντηρεί (βλ. το παρακάτω σχόλιο του Ivor Catt).

 

Από την Ιερά Εξέταση στην Αγία Επιστήμη

 

«Σήμερα η επιστήμη μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν καταφεύγει σε ιεροεξεταστικές μεθόδους. Και ίσως να μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν κατέφυγε ποτέ σε αυτές. Εγώ πάντως δεν είμαι σίγουρος για κάτι τέτοιο.» Murray, R.H., Science and scientists in the Nineteenth century.

 

·        Η περίπτωση Velikovsky

Στις 25 Ιανουαρίου 1950, έφτασε στον πρόεδρο του εκδοτικού οίκου Macmillan, George Brett, ένα απειλητικό γράμμα υπογεγραμμένο από τον Harlow Shapley, διευθυντή του Αστεροσκοπείου του Harvard και διακεκριμένο θεωρητικό φυσικό. Το γράμμα προειδοποιούσε ότι η έκδοση του βιβλίου «Κόσμοι σε σύγκρουση» του Immanuel Velikovsky από το συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, θα αποτελούσε στο εξής εμπόδιο για τη συνέχιση της συνεργασίας του οίκου με την επιστημονική κοινότητα των Η.Π.Α. Λίγους μήνες αργότερα, στις 20 Μαΐου, η προειδοποίηση έγινε περισσότερο απειλητική, υπογεγραμμένη αυτή τη φορά από έναν άλλο διακεκριμένο επιστήμονα, τον Β. McLaughlin, Κοσμήτορα καθηγητή της Αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο του Michigan. Ο οίκος αναγκάστηκε να ενδώσει στον εκβιασμό. Αυτό ήταν το τέλος μιας σύντομης περιπέτειας για τον οίκο Macmillan – ήταν όμως μόνο η αρχή για τον Immanuel Velikovsky.

 

Στο έργο του «Κόσμοι σε σύγκρουση» (Worlds in collision), ο Velikovsky παρουσίαζε την άποψη ότι το ηλιακό μας σύστημα κατέληξε στη σημερινή μορφή του στους ιστορικούς χρόνους, κι όχι πριν μερικά εκατομμύρια χρόνια, όπως πρεσβεύει η επίσημη θεωρία. Συγκρίνοντας τους μύθους των Ελλήνων, των Αζτέκων, των Ασσυροβαβυλονίων και άλλων αρχαίων πολιτισμών, με τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, ο Velikovsky κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πολλά γεγονότα, καταγεγραμμένα από όλους αυτούς τους πολιτισμούς, μαρτυρούν κοσμογονικά φαινόμενα που αφορούν στη διαμόρφωση του ηλιακού μας συστήματος. Στόχος του έργου του ήταν αρχικά να εξηγήσει με επιστημονικό τρόπο φαινόμενα όπως ο βιβλικός κατακλυσμός, οι πληγές της Αιγύπτου και ο χωρισμός της Ερυθράς θάλασσας κατά την Έξοδο των Εβραίων. Διαπιστώνοντας όμως γρήγορα ότι οι επίσημες θεωρίες αποσιωπούσαν τα φαινόμενα αυτά, ο Velikovsky μελέτησε τη φύση των φαινομένων αυτών και των δυνάμεων που επηρεάζουν τη δημιουργία και τις κινήσεις των πλανητών.

 

Ο λόγος τον οποίο επικαλέστηκε ο McLaughlin για να «πείσει» τον Brett να αποκλείσει τον Velikovsky από τον κατάλογο των εκδόσεων του οίκου Macmillan ήταν ότι ο Velikovsky «ισχυριζόταν», κατά την άποψη του McLaughlin, «ότι ήταν σε θέση να αμφισβητήσει τις βασικές αρχές πολλών επί μέρους επιστημών». Κατά τον McLaughlin, ο Velikovsky, παρότι ψυχολόγος ο ίδιος, είχε το θράσος να μπει σε «ξένα χωράφια» – αφού οι θεωρίες του θίγουν αρχές της φυσικής και της αστρονομίας.

 

Ξεκινώντας από τα Principia Mathematica του Νεύτωνα και φτάνοντας μέχρι τις σύγχρονες κοσμολογικές θεωρίες του 20ου αιώνα, ο Velikovsky έθεσε το πρόβλημα ότι η βαρύτητα δεν αρκεί να εξηγήσει μόνη της την κίνηση των πλανητών. Με δεδομένο ότι η νευτώνεια μηχανική είναι εν πολλοίς τροποποιημένη, ο Velikovsky εισηγήθηκε την άποψη ότι η επιστήμη πρέπει να λάβει υπόψη της και άλλες δυνάμεις, άγνωστες στον Νεύτωνα. Ερμηνεύοντας την κατακλείδα των Principia, όπου μάλιστα ο ίδιος ο Νεύτωνας παραδέχεται ότι μια άλλη, ανώτερη δύναμη πρέπει να αναζητηθεί για να εξηγήσει τη φύση της βαρύτητας, ο Velikovsky υποστηρίζει ότι πρόκειται για τον ηλεκτρομαγνητισμό. Η επιστημονική κοινότητα αρνήθηκε να συζητήσει τις προτάσεις του, αλλά δεν περιορίστηκε στο να αδιαφορήσει. Γρήγορα καλλιέργησε την ιδέα ότι ο Velikovsky είναι ένας crank, ένας ιδιοφυής τρελός, ταλαντούχος στο να παρουσιάζει τις παραδοξολογίες του με τρόπο «επιστημονικοφανή».

 

Η αλληλογραφία με τον Einstein

Η μονολιθική και επιπόλαιη προσέγγιση του έργου του Velikovsky από το McLaughlin και τον Shapley (αργότερα και από το γνωστό μας Carl Sagan) είναι χαρακτηριστική της μισαλλοδοξίας που διαπνέει την επιστημονική κοινότητα, ακόμη και τα πλέον έγκριτα μέλη της. Μόνο ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, οι οποίες μάλιστα καταφέρνουν να διατηρούν για τον εαυτό τους την εικόνα μιας ιδιόρρυθμης μεγαλοφυΐας, όπως ο Einstein, έχουν το περιθώριο, στα πλαίσια της «ιδιορρυθμίας» τους, να δώσουν βάση στα λόγια ενός «αιρετικού».

 

27 Αυγούστου 1952

Αγαπητέ δόκτορα Velikovsky,

η δικαιολογία για την απόρριψη των απόψεών σας δεν βασίζεται στην ιδέα ότι στην κίνηση των ουρανίων σωμάτων η βαρύτητα και η αδράνεια είναι οι μόνοι καθοριστικοί παράγοντες. Η δικαιολογία έγκειται στο ότι βασισμένοι στην ιδέα αυτή στάθηκε δυνατό να υπολογίσουμε τις αλλαγές της θέσης των αστέρων με αφάνταστα μεγάλη ακρίβεια. (…) Στα μάτια ενός ειδικού το βιβλίο σας φαίνεται σαν μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού του αναγνωστικού κοινού. Πρέπει να παραδεχθώ ότι και ο ίδιος αρχικά είχα αυτή την εντύπωση. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησα ότι η σκόπιμη παραπλάνηση ήταν εντελώς ξένη προς τις προθέσεις σας.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Albert Einstein

 

Η απάντηση του Velikovsky αποτελεί ένα εξέχον δείγμα υπεράσπισης όχι μόνο της θεωρίας του, αλλά κυρίως της επιστημονικής μνήμης που πρέπει να διαθέτουν όσοι «δικάζουν» επιστημονικές θεωρίες. Με την ευκαιρία που του προσφέρει η επιστολή του Einstein, ο Velikovsky παραβάλλει τη θεωρία του με τη θεωρία του Copernicus και του Galileo. «Το γεγονός ότι η θεωρία (σ.σ. η κοπερνίκεια) συνέπιπτε με τις παρατηρούμενες πλανητικές θέσεις ήταν το κύριο επιχείρημα του πτολεμαϊκού συστήματος ενάντια στο ηλιοκεντρικό. Για περισσότερες από δύο γενιές, μέχρι το 1600, δεν ήταν η Παπική εκκλησία εκείνη που εναντιωνόταν στην κοπερνίκεια θεωρία – ήταν οι επιστήμονες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως βασικό επιχείρημα την ικανότητά τους να προβλέπουν τις πλανητικές θέσεις, τις συνόδους και τις εκλείψεις». Παρόμοια είναι και η στάση των σημερινών επιστημόνων, διαπιστώνει ο Velikovsky, οι οποίοι αρνούνταν πεισματικά να δεχθούν ότι πολλά φαινόμενα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την παραδοσιακή θεωρία (όπως το πανίσχυρο ηλεκτρικό φορτίο του Ήλιου, η λάμψη των κομητών λόγω ηλεκτρικών εκκενώσεων και η επίδραση της θέσης του Κρόνου και του Δία στη γήινη ιονόσφαιρα). «Έχω την αίσθηση», συνεχίζει στην απάντησή του ο Velikovsky, «ότι η βαθύτερη ψυχολογική αιτία της έντονης αντίδρασης απέναντι στο ‘Κόσμοι σε σύγκρουση’ είναι ότι υπενθυμίζει στους επιστήμονες μερικά φυσικά γεγονότα τα οποία έχουν απωθήσει από τη μνήμη τους…»

 

Επιγραμματικά, ο Velikovsky αμφισβήτησε την επάρκεια των νευτώνειων νόμων στην εξήγηση των πλανητικών κινήσεων με τα ακόλουθα επιχειρήματα. Κατά το Velikovsky ο Νεύτωνας έκανε λάθος όταν υπέθετε ότι η βαρυτική δύναμη δρα ακαριαία (υπόθεση των μηδενικών χρόνων). Ο Einstein έδειξε ότι δεν υπάρχουν άπειρες ταχύτητες (το τελευταίο ως συνέπεια της νευτώνειας υπόθεσης), αλλά μέγιστες ταχύτητες, με όριο το μέγεθος c (ταχύτητα του φωτός). Επιπλέον, ο Νεύτωνας δεν διατύπωσε καμιά υπόθεση γύρω από τη φύση της βαρύτητας και τους μηχανισμούς της. Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης αποτελεί συσχετισμό ποσοτήτων που καθορίζουν το μέτρο της βαρυτικής δύναμης – όχι εξήγηση του φαινομένου της βαρύτητας.

 

Κατάληξη: οι νευτώνειοι νόμοι μπορούν να εξηγήσουν επαρκώς τις κινήσεις των πλανητών, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν τους μηχανισμούς της βαρύτητας. (Ένα αντίστοιχο παράδειγμα, από το χώρο της σύχρονης φυσικής, είναι ότι οι κβαντικοί νόμοι μπορούν να εξηγήσουν τη συμπεριφορά των σωμάτων ατομικής κλίμακας, αλλά δεν μπορούν να υπερβούν την αρχή της απροσδιοριστίας).

 

 

Κριτική των μοντέλων επικύρωσης της υπόθεσης Velikovsky

 

«Η κοινωνία μπορεί να παραβλέψει το φόνο, τη μοιχεία, την απάτη – δεν συγχωρεί όμως ποτέ το κήρυγμα ενός νέου ευαγγελίου.» Frederic Harrison (1831-1923)

 

Η επιχειρηματολογία εναντίον του Velikovsky στηρίχθηκε κυρίως στην πεποίθηση ότι τα γεγονότα που περιέγραφε στο «Κόσμοι σε σύγκρουση» ήταν εξαιρετικά απίθανα. Αυτό προέκυπτε, όπως επέμεναν οι επικριτές του, από μια σειρά στατιστικών στοιχείων. Ωστόσο, το μοντέλο επικύρωσης που χρησιμοποίησαν (στατιστικό πρότυπο), αν και εξαιρετικά συνεπές, δεν αποτελεί τελεσίδικη απάντηση στις υποθέσεις του Velikovsky.

 

Σύμφωνα με το Επαγωγικό-Στατιστικό πρότυπο, αν είμαστε σε θέση να κατασκευάζουμε στατιστικές εξηγήσεις γεγονότων που είναι πιθανά σε μεγάλο βαθμό, τότε έχουμε επίσης την ικανότητα να επινοούμε στατιστικές εξηγήσεις γεγονότων που είναι υπερβολικά απίθανα (Wesley C. Salmon, 33*). Στην περίπτωση Velikovsky, οι στατιστικές εξηγήσεις που έδωσαν οι επιστήμονες, προκειμένου να αποκλείσουν την πιθανότητα να ισχύει κάποια από τις υποθέσεις του Velikovsky, στην ουσία δεν καταρρίπτουν καμιά. Αδιαφορώντας απλώς για τις στατιστικές εξηγήσεις που αναγνωρίζουν τις υποθέσεις του Velikovsky ως πιθανές, δεν μπαίνουν στον κόπο να αποδείξουν ότι οι εξηγήσεις τους είναι καλύτερες από τις πρώτες. Η όλη υπόθεση επομένως καταλήγει να συνιστά ένα ζήτημα προτιμήσεως, κριτήριο της οποίας αποτελεί όχι η επιστημονική αλήθεια, αλλά οι απαιτήσεις του επιστημονικού κατεστημένου. Αυτό ήταν πρωτίστως το πρόβλημα με τον Velikovsky, ότι δεν ανήκε σε αυτό το κατεστημένο, και δευτερευόντως ότι «οι θεωρίες του αμφισβητούσαν τις βασικές αρχές πολλών επί μέρους επιστημών», όπως υποστήριζε ο McLaughlin και αργότερα ο (κατά τα άλλα συμπαθέστατος) Sagan.

 

Οι επιστήμονες επιχείρησαν επίσης να ανασκευάσουν τις υποθέσεις του Velikovsky, εξετάζοντάς τες κατ’ αντιπαράσταση με τους νευτώνειους νόμους, εφαρμόζοντας έτσι το Παραγωγικό-Νομολογικό πρότυπο (Χέμπελ και Οππενχάιμ), σύμφωνα με το οποίο κάθε επιστημονική υπόθεση προϋποθέτει έναν επικαλύπτοντα νόμο. Ο Velikovsky καταστρατηγούσε τους νευτώνειους νόμους και δεν εισηγείτο κανέναν νέο στη θέση τους. Όμως η  αντίληψη περί επικαλύπτοντος νόμου «δεν είναι καθολικά σωστή», καθώς είναι δυνατό «να έχουμε απολύτως καλές εξηγήσεις χωρίς καθόλου νόμους» (Wesley C. Salmon, 25*). Επιπλέον, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν μετά από τα αμφισβητούμενα φαινόμενα που περιγράφει ο Velikovsky, δεν δικαιολογούν τις υποθέσεις του, οι επιστήμονες υπέπεσαν στο σφάλμα να προσφύγουν σε ύστερες συνθήκες για να εξηγήσουν γεγονότα που προηγήθηκαν. Η αντίληψη «δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά» έχει τόση ισχύ όση και η πρόταση «δεν υπάρχει φωτιά χωρίς καπνό» (που δεν έχει καθολική ισχύ). Όπως δηλαδή είναι δυνατό από την ίδια αιτία να έχουμε μια ποικιλία αποτελεσμάτων, έτσι είναι δυνατό να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα ως προϊόν ποικίλων αιτιών (Wesley C. Salmon, 23-25*). Πάλι οι επιστήμονες «προτίμησαν» μια μονολιθική προσέγγιση, προκειμένου να αποστομώσουν κάποιον που δεν ανήκε στη συντεχνία τους.

(*οι αριθμοί σελίδων αφορούν σε παραπομπές στο Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, εκδ. Π.Ε.Κ., τμήμα Ι.Τ.Ε., Ηράκλειο 1998)

 

 

·        Η «ανωμαλία του Catt»

Lux στα λατινικά σημαίνει φως και συγγενεύει ετυμολογικά με την ελληνική λέξη λευκός. Μέχρι τον 17ο αιώνα οι άνθρωποι είχαν ταυτίσει το φως με το λευκό και το σκοτάδι με το μαύρο. Ο Isaac Newton όμως απέδειξε ότι το λευκό φως συντίθεται από επτά χρώματα (φάσμα ηλιακού φωτός), ενώ το γεγονός ότι ανακλάται προκύπτει από την κυματική του φύση. Τα πράγματα έμειναν έτσι μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, οπότε μια σειρά παρατηρήσεων υπέσκαψαν την κυματική θεωρία για το φως, αποδίδοντάς του σωματιδιακές ιδιότητες. Ο Einstein ανακάλυψε τη σχέση μάζας-ενέργειας και την ταχύτητα του φωτός. Ο Planck πρότεινε τη λύση των «κυματοπακέτων» (quanta), ως λύση στο ζήτημα της φύσης του φωτός. Η θεωρία της σχετικότητας και η κβαντική θεωρία, ο νέος επιστημονικός μανιχαϊσμός, καταλάμβαναν θριαμβευτικά το χώρο της παραδοσιακής φυσικής.

 

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η φυσική ήταν η επιστήμη της παρατήρησης. Με την κβαντική θεωρία η παρατήρηση έδωσε τη θέση της στα μαθηματικά, μέσα από τα οποία προέκυψε μια σειρά νέων, υποθετικών οντοτήτων (ποζιτρόνια, νετρίνα, κουώρκς, λεπτόνια, βαρυόνια). Ανάμεσα σε αυτά και στην παραδοσιακή φυσική της μάζας, της ορμής και του έργου δύναμης ένα τεράστιο χάσμα έχει δημιουργηθεί, σαν να πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Αν βεβαίως ο δεύτερος λύνει όλα τα προβλήματα του πρώτου, καθώς και μια σειρά άλλων που ο πρώτος δεν ήταν σε θέσει να προβλέψει, τότε ο δεύτερος κόσμος, αυτός της κβαντικής φυσικής, αξίζει να πάρει τη θέση του πρώτου. Τι γίνεται όμως όταν οι σημερινοί επιστήμονες αδυνατούν να εξηγήσουν ένα απλό πρόβλημα του κλασικού ηλεκτρομαγνητισμού; Η «ανωμαλία του Catt» δείχνει πως είναι δυνατό ένας ολόκληρος κόσμος, αυτός της μοντέρνας φυσικής των κουώρκς και των νετρίνων, να «βραχυκυκλώνει» κοιτώντας ένα σύρμα.

 

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μια μπαταρία και μια αντίσταση (έστω ένας προβολέας), οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με δύο παράλληλα σύρματα-αγωγούς, τον αγωγό που συνδέει τη μπαταρία με τον προβολέα (Μ-Π ή άνω αγωγός) και τον αγωγό που συνδέει τον προβολέα με την μπαταρία (Π-Μ ή κάτω αγωγός). Συνεχές ρεύμα θα διέρχεται από τους αγωγούς, το οποίο θα εξαρτάται από την τάση της μπαταρίας και την αντίσταση του προβολέα. Επίσης θα εμφανιστεί ηλεκτρικό φορτίο στην επιφάνεια των αγωγών.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι αγωγοί μας είναι μήκους 300.000km. Κλείνοντας το κύκλωμα, το ρεύμα θα ξεκινήσει την πορεία του από τον αγωγό Μ-Π με ταχύτητα 300.000km/sec, οπότε ο προβολέας δεν θα ανάψει κατά το πρώτο δευτερόλεπτο. Όμως στο χρονικό αυτό διάστημα εμφανίζεται αρνητικό φορτίο στην επιφάνεια του αγωγού Π-Μ. Η «ανωμαλία» ξεκινάει ακριβώς στο σημείο αυτό: όπως επισημαίνει ο Ivor Catt, δεν μπορεί να δοθεί εγγράφως μια τεκμηριωμένη και τελεσίδικη απάντηση στο ζήτημα της προέλευσης αυτού του αρνητικού φορτίου.

 

Ο Catt έφερε το θέμα στο Trinity College, εκ μέρους του οποίου κλήθηκε να απαντήσει ο M. Pepper. Η απάντησή του υποβάθμιζε τη σημασία του προβλήματος και περιορίστηκε απλώς στο να πει ότι το φορτίο δεν μπορεί παρά να προέρχεται από το νότο (διαδρομή Π-Μ) και είναι αδύνατο να τρέχει με την ταχύτητα του φωτός. Δύο χρόνια αργότερα, ο Catt αποτάνθηκε στο Πανεπιστήμιο του Bradford. Ο Neil McEwan, ειδήμων στον ηλεκτρομαγνητισμό, σε μια σύντομη αλλά διαφωτιστική επιστολή, απαντούσε ότι το φορτίο δεν χρειάζεται να κινείται με την ταχύτητα του φωτός και ότι προέρχεται από τα ανατολικά, δηλαδή από τη διαδρομή Μ-Π.

Οι αντιφατικές δηλώσεις των Pepper και McEwan οδήγησαν τον Catt στο να αποτανθεί πλέον στο ΙΕΕ (Institute of Electrical Engineering) του Λονδίνου. Η απάντηση του σοβαρότερου βρετανικού φορέα πάνω στην επιστήμη του ηλεκτρισμού δεν ήταν αντάξια του κύρους του. Ο Philip E. Secker, ενοχλημένος από την επιμονή του Catt και την αδυναμία των ειδικών να δώσουν ομόφωνη απάντηση, ζήτησε από τον Catt να μην ασχολείται με ένα θέμα «ελάχιστης σημασίας». Ο Catt όμως έβγαλε το θέμα εκτός των αγγλικών συνόρων. Αποτάνθηκε στο ΙΕΕΕ (Institute of Electrical and Electronics Engineering) της Νέας Υόρκης. Πίστευε ότι ο αμερικανικός φορέας, με 300.000 ενεργά μέλη, θα αντιμετώπιζε το θέμα πιο σοβαρά από όσο ένας φορέας με 130.000 (το αγγλικό IEE).

Η ίδια απογοήτευση. Ο James W. Mink, πρόεδρος της επιτροπής του ΙΕΕΕ για την Θεωρία και την Τεχνολογία Μικροκυμάτων, δήλωνε με ευχαρίστηση ότι είναι «γενικά σύμφωνος με τις απόψεις των Pepper και McEwan». Ο Catt περιγράφει αυτή την κατάσταση ως εξής: «...Αν μια συμμορία μανδαρίνων εξαπέλυε εκτεταμένη προπαγάνδα ότι όλοι τους είναι ευφυείς και έγκριτοι μαθηματικοί, αλλά συνεχώς αποτύγχαναν να συμφωνήσουν για το αποτέλεσμα του ‘δύο συν δύο’, τότε θα έπρεπε να απορρίψουμε τα μαθηματικά τους – πολύ περισσότερο αν, απαντώντας οι μισοί «τρία» και οι άλλοι μισοί «πέντε», έβγαιναν κι έλεγαν ότι συμφωνούν!»

 

Η περιπέτεια της «ανωμαλίας του Catt» συνοδεύτηκε από τη γενική αδιαφορία και άρνηση των αρμόδιων φορέων, καθώς και τον αποκλεισμό του από συνεργασίες με διεθνούς κύρους επιστημονικά περιοδικά. Η επιμονή του και η συχνά επιθετική στάση του τον έκαναν ενοχλητικό στο επιστημονικό κατεστημένο. Γνωστός για το καυστικό του ύφος και την πολυτάραχη θητεία του στη βιομηχανία των ηλεκτρονικών (ήταν ο εμπνευστής της τεχνολογίας Wafer Scale Integrals, για την κατασκευή υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους κυκλωμάτων πυριτίου), ο Catt οδήγησε τον εαυτό του στην περιθωριοποίηση. Η «ανωμαλία» του ίσως να μην απαιτεί αναθεώρηση της μοντέρνας φυσικής. Όσο όμως οι αρμόδιοι αδυνατούν να συμφωνήσουν, το πρόβλημα θα εκκρεμεί, έως ότου οι επιστήμονες αποφασίσουν, όπως στην περίπτωση Velikovsky, να του «γυρίσουν την πλάτη».

 

Σύμφωνα με τα κριτήρια του Karl Popper, μια επιστημονική θεωρία που αποκλείει την πιθανότητα ύπαρξης σφαλμάτων είναι ψευδοεπιστήμη. Τέτοια είναι και η Μοντέρνα Φυσική, μόνο που ο Popper άργησε να συνειδητοποιήσει, καταγγέλλει ο Catt και συνεχίζει, αναφερόμενος στους ειδήμονες: «Απορροφημένοι στο πως θα εξοφλήσουν τις υποθήκες τους και στο πως θα διατηρήσουν το σεβασμό των γυναικών τους, αγνοούν τις επιστολές που φτάνουν σε αυτούς, θέτοντας ανόητα και ανούσια ερωτήματα. Όπως ο παπάς της ενορίας, που έχει ξεχάσει τη θεολογική του εκπαίδευση, αλλά εξακολουθεί να πιστεύει ότι κρατά καλά το κλειδί της θρησκείας του, έτσι και αυτοί οι απατεώνες νομίζουν ότι κατέχουν το κλειδί στα αντικείμενά τους.…Στόχος μας είναι να τετραγωνίσουμε τον κύκλο – να τους φέρουμε πίσω στην αγκαλιά της επιστήμης. Αν δεν γίνει αυτό σύντομα, τότε η επιστήμη στην καλύτερη περίπτωση θα παραμείνει άγονη και πιθανότατα θα αρχίσει να καταρρέει.»

 

 

Lynne Rose

The censorship of Velikovsky's interdisciplinary synthesis (http://www.teleport.com/~kronia/journals/censor.txt)

"Διαφορετικά από ό,τι συμβαίνει στα πανεπιστήμια, ο κόσμος γύρω μας δεν είναι ομοιόμορφα χωρισμένος σε τμήματα και ειδικότητες. Αν κάθε ειδικότητα περιορίζεται στο δικό της και μόνο αντικείμενο, χωρίς σοβαρό ενδιαφέρον για κανέναν άλλο τομέα και χωρίς προσπάθεια σύνθεσης", τότε το άθροισμα των μεμονωμένων επιστημονικών θεωριών δεν μπορεί παρά να είναι παρά "ένας ανόητος σωρός άσχετων και ασύνδετων επιστημονικών αναφορών…. Πραγματικά, πολλοί σπουδαστές της μεθοδολογίας της επιστήμης έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνο μια διεπιστημονική προσέγγιση, που αποσκοπεί σε μια ενοποιημένη θεωρία για να περιγράψει το ενιαίο σύμπαν, έχει ικανές προοπτικές να αποδειχθεί τελικά αληθινή."

 

 

Βιβλιογραφία

Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, Πανεπ. Εκδ. Κρήτης, 1998, (ISBN: 960-524-052-1)

H. Butterfield, Η καταγωγή της σύγχρονης επιστήμης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988.

Federico Di Trocchio, Αλλοπαρμένες Μεγαλοφυΐες, εκδ. Τραυλός, 1999 (ISBN: 960-7990-01-3)

 

 

Ηλεκτρονική βιβλιογραφία

www.teleport.com/~kronia/journals/censor.txt

www.electromagnetism.demon.co.uk

http://abob.libs.uga.edu/bobk/vdtopten.html

www.knowledge.co.uk/velikovskian/sagan.htm

http://skepdic.com/velikov.html

http://x34.deja.com/getdoc.xp?AN=136751731&CONTEXT=944806388.359727109&hitnum=0